Κυριακή, 16 Σεπτεμβρίου 2012

Σμύρνη

           «Ο ελληνικός στρατός ήδη υποχωρούσε προς τα παράλια, εγκατέλειπε τη Μικρά Ασία και τουρκικός στρατός τον ακολουθούσε. Πολλά ακούγονταν για τα χωριά του εσωτερικού της Τουρκίας αλλά οι Σμυρνιοί δεν φανταζόταν τι τους περίμενε. Το πρωί της 13ης Σεπτεμβρίου ο Θόδωρος ξύπνησε ανήσυχος και άνοιξε την εξώπορτα. Μυρωδιά καπνού πλημμύριζε την ατμόσφαιρα και μια παράξενη λάμψη φώτιζε την πόλη, ερχόταν μάλιστα το φως από την αρμένικη γειτονιά. Ο Θόδωρος ήξερε πια πως η Σμύρνη είχε τελειώσει. Έκρυψε στις φασκιές του μωρού τα χρυσαφικά, μερικές λίρες και κάποια χρήματα, κλείδωσε το σπίτι και οδήγησε την οικογένεια του στο λιμάνι. Και άλλοι είχαν καταλάβει τι συνέβαινε και έτσι ο κόσμος πανικόβλητος έτρεχε να σωθεί. Όσο πλησίαζαν στο λιμάνι, τόσο πιο πολύ τους κυρίευε ο φόβος. Στο δρόμο έβλεπαν φρικιαστικά πράγματα: γυναίκες ματωμένες, σκοτωμένες με τα μωρά στην αγκαλιά. Έφτασαν κάποτε στην προκυμαία όπου πλήθος κόσμου πάλευε να βρει μια θέση στις βάρκες να σωθεί. Στη θάλασσα η κατάσταση ήταν απελπιστική: Πτώματα μέσα στο νερό, άνθρωποι που πάλευαν να φτάσουν σε μια βάρκα. Και τα πλοία των Συμμάχων, αδιάφορα να στέκουν και οι αξιωματικοί να κάθονται να παίζουν χαρτιά και τάβλι και να κόβουν τα χέρια όσων προσπαθούσαν να ανέβουν στα πλοία και να σωθούν και να τους ρίχνουν ξανά στη θάλασσα που το χρώμα της δεν φαινόταν πια, γιατί «ήταν», λέει, «ουδέτεροι». Κάποτε η βάρκα έφυγε από το λιμάνι της Σμύρνης και έφτασε στη Λέσβο. Εκεί ο Θόδωρος κατάφερε μετά από πολλές ώρες να ανεβάσει την οικογένεια του σε ένα πλοίο για τη Θεσσαλονίκη. Έφτασαν εκεί στις 17 του Σεπτέμβρη, όταν η Σμύρνη ήταν πια φάντασμα του εαυτού της. Βρίσκονταν πια σε μια νέα πόλη και ο Θόδωρος έπρεπε να βρει τρόπο να ζήσει η οικογένεια του και να ξεκινήσει ξανά από την αρχή. Ήξερε βαθιά μέσα του πως η Σμύρνη ήταν μόνο παρελθόν.»
            Αρκετό καιρό αργότερα ο  Θόδωρος κατάφερε να βρει δουλειά ως υπάλληλος σε ένα μαγαζάκι με υφάσματα. Εργατικός και έξυπνος καθώς ήταν ανέβασε πολύ γρήγορα τον τζίρο του μαγαζιού με λίγη διαφήμιση και την έμφυτη ευγένεια του απέναντι στις πελάτισσες του και ο εργοδότης σύντομα τον έκανε και συνεταίρο του. Αν ήταν τυχερός ο Θόδωρος που βρήκε άμεσα δουλειά, δεν ίσχυε το ίδιο για άλλους συμπατριώτες του. Μια μέρα, διασχίζοντας την πλατεία Αριστοτέλους, συνάντησε έναν Σμυρνιό γείτονα του, τον Θωμά. Τρόμαξε να τον γνωρίσει.
            -Θωμά; Τι γίνεσαι;
            -Θόδωρε; Καλά, εσύ; Και εσύ εδώ ε;
            -Ναι, ναι. Πάμε να καθίσουμε κάπου να τα πούμε.
            Κάθισαν σε ένα καφενείο και παρήγγειλαν δυο ούζα.
            -Λοιπόν, Θωμά, πώς τα πας;
            -Ας’ τα να πάνε Θόδωρε. Χάσαμε τα σπίτια μας, τις δουλειές μας. Από νοικοκύρηδες και επιχειρηματίες  μείναμε χωρίς σπίτια, χωρίς λεφτά. Νοίκιασα ένα δωμάτιο κοντά στο λιμάνι και μένουμε πέντε άτομα σε ένα δωμάτιο, εγώ με τη γυναίκα μου, δυο παιδιά και την πεθερά μου. Κάνω μερικά μεροκάματα σε οικοδομές, η γυναίκα μου καθαρίζει σε μερικά σπίτια, τα κουτσοκαταφέρνουμε. Που θα πάει, θα περάσει ο καιρός και θα γυρίσουμε πάλι στα σπίτια μας όπου θα ‘μαστε νοικοκυραίοι.
            -Το πιστεύεις αυτό Θωμά;
            -Και βέβαια το πιστεύω. Έτσι δεν έγινε και το ’20; Δεν γυρίσαμε πάλι στα σπίτια μας; Και τώρα θα γυρίσουμε, μόλις ηρεμήσουν λίγο τα πράγματα. Τι να μας κάνουν εδώ; Δεν βλέπεις που κανείς δεν μας θέλει; Θα γυρίσουμε στην πόλη μας και θα ‘μαστε πάλι νοικοκυραίοι στα σπίτια μας.»
            -Το θέμα είναι πως ούτε εκεί μας θέλουν. Δεν είναι όπως την άλλη φορά τα πράγματα. Μακάρι να βγω ψεύτης μα η Σμύρνη τέλειωσε για μας. Αν με χρειαστείς, έλα να με βρεις. Μόνο αν είμαστε όλοι μαζί θα παρηγορηθούμε για τις χαμένες πατρίδες και θα σταθούμε αξιοπρεπώς μπροστά στους ντόπιους που μας λένε, δήθεν συνωμοτικά μα σίγουροι ότι τους ακούμε,  “τουρκόσπορους”.»


            90 χρόνια μετά την καταστροφή της Σμύρνης τιμάμε με την μνήμη μας τη γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας.  Ενάμιση εκατομμύριο άνθρωποι διώχτηκαν από τα σπίτια τους, από την πατρίδα τους ως ξένοι και ήρθαν σε έναν τόπο που τους αντιμετώπισε σαν ξένους. Όμως τα κατάφεραν. Άνθρωποι κοσμοπολίτες, μορφωμένοι, κιμπάρηδες, γλεντζέδες, εργατικοί, προκομμένοι που δεν τα παράτησαν αλλά δούλεψαν, ορθοπόδησαν, πρόκοψαν και βοήθησαν και τον νέο τους τόπο να σταθεί στα πόδια του, και ας μην τους καλοδέχτηκε. Δεν ξέχασαν όμως ποτέ τις πατρίδες τους, που τόσο άδικα, μέσα σε μια βραδιά, έχασαν. Το ίδιο οφείλουμε να κάνουμε και εμείς.


Τσιακίρη Ειρήνη
16/9/2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου